Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ: «Η συμμετοχή του Κυπριακού Ελληνισμού στους αγώνες του Έθνους κατά το διάστημα 1821-1945»








«Η συμμετοχή του Κυπριακού Ελληνισμού στους αγώνες του Έθνους κατά το διάστημα 1821-1945».
Διάλεξη στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Βριλησσίων
(14 Μαΐου 2014)



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

      Η παρούσα εισήγηση ( 14 Μαΐου 2014) στο πλαίσιο των διαλέξεων του Ανοικτού Πανεπιστημίου του Δήμου Βριλησσίων της περιόδου 2013-2014 περιλαμβάνει δύο μέρη: στο πρώτο  παρατίθενται συνοπτικά  οι περίοδοι της Κυπριακής  Προϊστορίας και  Ιστορίας: η  Νεολιθική (8200-3900 π.Χ.), η Χαλκολιθική (3900-2500 π.Χ.) και  του Χαλκού (2500-1050 π.Χ.), η Γεωμετρική (1050-750 π.Χ.), η Αρχαϊκή και η Κλασική (750-310 π.Χ.), η Ελληνιστική (310-30 π.Χ.), η  Ρωμαϊκή (30 π.Χ.-330 μ.Χ.) και η  Βυζαντινή (330-1191 μ.Χ.), του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και των Ναϊτών (1191-92), η Φραγκοκρατία (1192-1489 μ.Χ.) και η Βενετοκρατία (1489-1571 μ. Χ.). Το 1571 η μεγαλόνησος καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς. Η Τουρκοκρατία διαρκεί μέχρι το 1878, οπότε η Κύπρος περιέρχεται στην εξουσία των Άγγλων (1878-1959).

    Το δεύτερο μέρος περιέχει εκείνους τους σημαντικούς σταθμούς της  συμμετοχής του Κυπριακού Ελληνισμού στους αγώνες του Έθνους, με απώτερο στόχο την ενσωμάτωση της Κύπρου  στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, που διαρκώς μέχρι το 1922 αύξανε τα όριά του, με τελευταία την προσάρτηση της Δωδεκανήσου (1948) ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή της Ελλάδος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945). Συγκεκριμένα  το νησί συμμετέχει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Εκτελούνται ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, οι τρεις Μητροπολίτες και οι Έλληνες Πρόκριτοι (9 Ιουλίου 1821).

    Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, ο Ιωάννης Καποδίστριας, Κυπριακής καταγωγής εκ μητρός, το γένος Γονέμη, διακηρύττει την ελληνικότητα της Κύπρου. Από τότε δημιουργείται το Ενωτικό Κίνημα (1830-1959). Περίοδος μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Τανζιμάτ (1839, 1856). Συμμετοχή των Κυπρίων στην απελευθέρωση της  Θεσσαλίας (1880), στους αγώνες για το  Κρητικό Ζήτημα  (1866-'69 και 1896-'97) και στον  ατυχή  Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1897), στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-'13), στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-'45). Οκτωβριανή εξέγερση στην Κύπρο (1931) με αίτημα την  Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ενωτικό Δημοψήφισμα (1950). Απελευθερωτικός αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. για Αυτοδιάθεση-Ένωση (1955-'59).  Η εισήγηση ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι το ενωτικό ιδεώδες τελικά δεν επιτεύχθηκε. Ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία (1960), που από το 1974 δοκιμάζεται λόγω της Τουρκικής Εισβολής, της συνεχιζόμενης Κατοχής και της καταστροφής της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2004). 
     Επειδή η λέξη Αλήθεια = α+λήθη  σχετίζεται άμεσα με τη Μνήμη, ακολουθεί ενδεικτικά η προβολή  ταινίας  μικρής διάρκειας  της Ένωσης Κατεχομένων Δήμων Κύπρου, η οποία αναφέρεται στη βεβήλωση ιερών χώρων και τη δήωση αρχαιοτήτων  εκ μέρους των εισβολέων με τίτλο: «Η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου από την Τουρκία».


Σενάριο: Άννα Μαραγκού. Σκηνοθεσία: Μιχάλης Γεωργιάδης, Mediabox, Λευκωσία, 2011.
Πρόκειται για DVD  που απέστειλε προσφάτως στον γράφοντα
ο Δήμαρχος της Λαπήθου κ. Νεοπτόλεμος Κότσαπας.

ΠΗΓΗ: Βλ. και το κείμενο  «Κύπρος: Οι Τούρκοι καταστρέφουν τις εκκλησίες στα κατεχόμενα», στο: http://aetoshal.blogspot.gr/2013/04/blog-post_7047.html
και «Λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου» στο: Επίκαιρα


      Α΄ ΜΕΡΟΣ
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ  ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1821


I. ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

α. Νεολιθική περίοδος (8200-3900 π. Χ.)
  
    Από αυτήν την περίοδο χρονολογούνται κατάλοιπα από τους παλαιότερους γνωστούς οικισμούς στην Κύπρο. Καλύτερα διατηρημένοι είναι στην Χοιροκοιτία, κοντά στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Αρχικά χρησιμοποιούντο μόνο λίθινα σκεύη. Μετά το 5000 π. Χ. εμφανίστηκε η κεραμική.



 β.   Χαλκολιθική εποχή (3900-2500 π. Χ.)

 Πρόκειται για μεταβατική περίοδο μεταξύ των περιόδων του Λίθου και του Χαλκού. Στη νοτιοδυτική Κύπρο, όπου ήκμασε η λατρεία της γονιμότητας, ανασκάφηκαν οι περισσότεροι χαλκολιθικοί οικισμοί. Ανακαλύπτεται ο χαλκός και  αρχίζει η αξιοποίησή του σε περιορισμένη  κλίμακα.

γ. Εποχή του Χαλκού (2500-1050 π. Χ.)

Εισροή  πλούτου επιτεύχθηκε  στην Κύπρο με την ευρεία εκμετάλλευση του χαλκού. Εμπορικές σχέσεις αναπτύχθηκαν με την Αίγυπτο, την  Εγγύς Ανατολή  και το Αιγαίο, όπου η Κύπρος υπήρξε  γνωστή με την ονομασία  Αλάσια.  Μετά το 1400 π. Χ., Μυκηναίοι κατέφθασαν στη μεγαλόνησο  από την Ελλάδα, αρχικά  υπό την ιδιότητά τους ως εμπόρων. Περί  το 1200 π. Χ., μεγάλα κύματα Αχαιών Ελλήνων αφίχθησαν για εγκατάσταση και ίδρυσαν τις πρώτες πόλεις-βασίλεια της Σαλαμίνας, της Πάφου,  του Κουρίου και του Κιτίου.  Έκτοτε αρχίζει  η διαδικασία εξελληνισμού της νήσου.

δ. Γεωμετρική περίοδος (1050-750 π. Χ.)

Στην Κύπρο ιδρύθηκαν  δέκα ελληνικές πόλεις-βασίλεια. Η  λατρεία της θεάς Αφροδίτης άνθησε στο νησί, και τον 9ο αιώνα π. Χ.  Φοίνικες εγκαταστάθηκαν στο Κίτιο. Ο 8ος αιώνας π. Χ. αποτέλεσε  περίοδο μεγάλης ευημερίας.

ε. Αρχαϊκή και Κλασσική περίοδος (750-310 π. Χ.)

    Αν και το νησί υπήρξε θύμα ποικίλων  κατακτητών, η οικονομική άνοδος δεν διακόπηκε. Διαδοχικοί  ξένοι εισβολείς διοίκησαν τις κυπριακές πόλεις-βασίλεια:  οι Αιγύπτιοι διαδέχτηκαν  τους Ασσυρίους και εν συνεχεία εμφανίστηκαν  οι Πέρσες. Ο βασιλέας Ευαγόρας της Σαλαμίνας (ο οποίος κυβέρνησε το 411-374  π. Χ.) ενοποίησε την Κύπρο και την κατέστησε ένα από τα σημαίνοντα  πολιτιστικά και  πολιτικά κέντρα του ελληνικού κόσμου. Οι πόλεις-βασίλεια της Κύπρου υποδέχτηκαν ενθουσιωδώς τον Μέγα Αλέξανδρο, βασιλέα  της Μακεδονίας, και η μεγαλόνησος  αποτέλεσε  τμήμα της τεράστιας  αυτοκρατορίας του.


στ.  Ελληνιστική περίοδος (310-30 π. Χ.)

    Οι συγκρούσεις για τη διαδοχή ανάμεσα στους  στρατηγούς  του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνετέλεσαν, ώστε  η Κύπρος τελικά να περιέλθει  στο ελληνιστικό κράτος των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Έκτοτε αποτέλεσε τμήμα του αλεξανδρινού κόσμου. Οι Πτολεμαίοι  προέβησαν σε κατάργηση των πόλεων –βασιλείων  και ενοποίησαν το νησί . Η Πάφος κατέστη  η πρωτεύουσά του.


 ζ. Ρωμαϊκή περίοδος (30 π.Χ.-330μ.Χ.)

     Η Κύπρος περιήλθε στην κυριαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του ιεραποστολικού έργου  των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, ο Ρωμαίος ανθύπατος Σέργιος Παύλος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, και η Κύπρος αποτέλεσε  το πρώτο μέρος, που διοικείτο από Χριστιανό. Τον 1ο π.Χ. και τον 1ο μ.Χ. αιώνα σεισμοί ισοπέδωσαν  πόλεις, που χρειάστηκε να ανοικοδομηθούν.


II. ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

α.  Βυζαντινή περίοδος    (330-1191 μ.Χ.)

      Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, η Κύπρος τέθηκε  υπό την εξουσία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας ή Βυζαντίου), με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Ο Χριστιανισμός αποτέλεσε την  επίσημη θρησκεία. Νέοι σεισμοί κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα μ. Χ. κατέστρεψαν εξ ολοκλήρου τις πόλεις  Κίτιο, Πάφο και Σαλαμίνα.  Ακολούθησε η ανοικοδόμησή τους. Η Κωνσταντία, κοντά στη θέση της αρχαίας Σαλαμίνας, κατέστη  η πρωτεύουσα. Το 488 ο Αυτοκράτορας Ζήνων παραχώρησε στην Εκκλησία της Κύπρου το αυτοκέφαλο και  τα εξής προνόμια στον Αρχιεπίσκοπο: να κρατά αυτοκρατορικό  σκήπτρο αντί ποιμαντορικής ράβδου, να φέρει πορφυρό μανδύα και να υπογράφει με κόκκινο μελάνι. Οι   Άραβες εισέβαλαν  το 647 στο νησί, το οποίο υφίστατο επί τρεις αιώνες διαρκείς  αραβικές και πειρατικές   επιδρομές έως το 965, όταν ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος  Φωκάς απομάκρυνε τους Άραβες από τη Μικρά Ασία και τη Μεγαλόνησο.



β. Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και οι Ναΐτες Ιππότες (1191-1192)

     Ο Ισαάκιος Κομνηνός, Βυζαντινός κυβερνήτης, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της Κύπρου, είχε συμπεριφερθεί απρεπώς στους ναυαγούς ενός πλοίου του στόλου του βασιλέα  Ριχάρδου κατά τη μετάβασή  του στους Αγίους Τόπους, διαρκούσης  της  Τρίτης Σταυροφορίας. Μεταξύ των επιζώντων ήταν η αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, βασίλισσα της Σικελίας  και η μνηστή του, Βερεγγάρια της Ναβάρρας (της Ισπανίας). Ο Ριχάρδος στράφηκε κατά του  Ισαακίου, τον νίκησε, κυρίευσε το νησί και παντρεύτηκε τη Βερεγγάρια στη Λεμεσό, η οποία  στέφθηκε βασίλισσα της Αγγλίας. Ένα έτος αργότερα, ο Ριχάρδος πώλησε τη  Μεγαλόνησο για εκατόν χιλιάδες  δηνάρια στους Ναΐτες Ιππότες, ένα στρατιωτικό τάγμα ρωμαιοκαθολικών μοναχών. Αυτοί με τη σειρά τους  την μεταπώλησαν με το ίδιο τίμημα  στον Γκυ ντε Λουζινιάν, τον εκθρονισθέντα  βασιλέα της Ιερουσαλήμ.


γ. Περίοδος της Φραγκοκρατίας (των Λουιζινιάν) (1192-1489)

     Η Κύπρος διοικείτο  με το φεουδαρχικό σύστημα. Η Καθολική Εκκλησία επισήμως αντικατέστησε την Ελληνορθόδοξη, η οποία, αν και υπό συνθήκες καταπίεσης, κατάφερε να επιβιώσει. Η πόλη της Αμμοχώστου υπήρξε τότε μία από τις πλουσιότερες στην Εγγύς Ανατολή. Αυτήν ακριβώς την περίοδο τα αστικά κέντρα Λευκωσία, Λεμεσός  και Αμμόχωστος μετονομάστηκαν σε Nicosia, Limassol  και Famagusta αντιστοίχως. Η εποχή της δυναστείας των Λουζινιάν έληξε, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο παραχώρησε το νησί  στη Βενετία το 1489.


δ. Περίοδος Βενετοκρατίας (1489-1571)

    Οι Βενετοί θεωρούσαν την Κύπρο προπύργιο εναντίον  των  Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο και την οχύρωσαν, προβαίνοντας σε κατεδάφιση  ωραίων κτιρίων στη Λευκωσία, για να επέλθει μείωση  των  ορίων  τής -εντός των τειχών- πόλεως. Οικοδομήθηκαν, επίσης, εντυπωσιακά τείχη γύρω από την Αμμόχωστο, τα οποία εκείνη την περίοδο αποτελούσαν ό,τι πιο σύγχρονο στην οχυρωματική αρχιτεκτονική.
   

III.  ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

α. Οθωμανική κατοχή (1571-1878)

    Το 1570, οθωμανικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κύπρο και  κατέλαβαν τη Λευκωσία.  Είκοσι χιλιάδες σφαγιάστηκαν. Εν συνεχεία,  οι Οθωμανοί πολιορκούσαν επί ένα έτος την Αμμόχωστο. Μετά από γενναία αντίσταση του Βενετού  Διοικητή Μαρκαντώνιου  Βραγαδίνου, η Αμμόχωστος παραδόθηκε στον Λαλά Μουσταφά Πασά, ο οποίος αρχικά  είχε επιτρέψει στους πολιορκούμενους ειρηνική έξοδο. Κατόπιν διέταξε να γδαρθεί ζωντανός ο Βραγαδίνος. Με την προσάρτηση της Μεγαλονήσου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Λαλά Μουσταφά Πασάς κατέστη ο πρώτος κυβερνήτης της. Εδραιώνεται  η οθωμανική κυριαρχία και εγκαθίστανται στο νησί Οθωμανοί. Παλινορθώνεται η Ορθόδοξη Κυπριακή Εκκλησία, ενώ εκδιώκονται οι Λατίνοι. Επαφές με τη Βενετία, τη Σαβοΐα, την Τοσκάνη και την Ισπανία για την εκδίωξη των  Οθωμανών  αποτυγχάνουν.  Ενσκήπτουν επιδημίες πανώλης -με πιο χαρακτηριστική εκείνη του 1691- που εξολοθρεύει το ένα τρίτο του πληθυσμού. Δεν λείπουν και οι επιδρομές ακρίδων. Η Κύπρος οδηγείται σε πλήρη παρακμή λόγω της άγριας φορολογίας και της κακοδιοίκησης. Παρατηρείται, επίσης, το φαινόμενο του εξισλαμισμού πολλών Χριστιανών, που αρχικά παραμένουν Κρυπτοχριστιανοί (Λινοβάμβακοι). Μέγας Δραγουμάνος αναδεικνύεται ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος.  Εξέχουσα  μορφή αποτελεί ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1810-1821), ο οποίος  προβαίνει στην ίδρυση της Ελληνικής Σχολής  της  Λευκωσίας (1812).                                       


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ
1821-1945


 
α. Ελληνική  Επανάσταση του 1821

     Το 1818 ο Ηπειρώτης Δημήτριος Ίπατρος κατέφθασε στην Κύπρο και μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι κληρικοί και πρόκριτοι του νησιού. Ο Κυπριανός υποσχέθηκε οικονομική ενίσχυση στη διεξαγωγή του ενόπλου  αγώνα, όχι όμως και επανάσταση. Το εγχείρημα θα απέβαινε ολέθριο λόγω της απόστασης από τη μητροπολιτική Ελλάδα και της γειτνίασης με τα μικρασιατικά παράλια. Η υπόγεια αυτή κινητικότητα τελικά κατέστη αντιληπτή από τις τουρκικές αρχές, οι οποίες έλαβαν δραστικά μέτρα. Ο Διοικητής της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ διέταξε τον αφοπλισμό όλων των Ελληνοκυπρίων. Ταυτοχρόνως, εισηγήθηκε στον Σουλτάνο τη θανατική καταδίκη 486 κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι  απειλούσαν (όντως ή κατά τους  ισχυρισμούς του) την τουρκική παρουσία στο νησί. Η Υψηλή Πύλη ενέκρινε την εισήγηση και η διάπραξη του εγκλήματος άρχισε στις 9 Ιουλίου του 1821. Εκτέλεσαν πρώτον τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, ο οποίος απαγχονίστηκε σε μια συκομουριά στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας. Οι υπόλοιποι καρατομήθηκαν (θάνατος που εθεωρείτο ατιμωτικός). Λέγεται ότι ο Τούρκος δήμιος είχε προηγουμένως ζητήσει χρηματικό ποσό από τον Κυπριανό, για να «εξασφαλίσει» στα θύματά του ακαριαίο και γρήγορο θάνατο. Εντός ολίγων ημερών, όλοι οι καταδικασθέντες, πλην ορισμένων  εξωμοτών, θανατώθηκαν.  Έτσι, η τουρκική διοίκηση  πέτυχε όχι μόνο την ανακοπή της συνεργασίας της Μεγαλονήσου με τους επαναστάτες, αλλά και να αποστερήσει τους Ελληνοκυπρίους  από τους  πνευματικούς τους ηγέτες και να καρπωθεί τις περιουσίες των φονευθέντων. Το αποτρόπαιο αυτό γεγονός ενέπνευσε και τον εθνικό ποιητή της Κύπρου, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, σε  ένα από τα ωραιότερα πατριωτικά ποιήματα, την «9η Ιουλίου 1821».



Σε χιλίους υπολογίζονται οι Κύπριοι που έλαβαν μέρος στην Εθνεγερσία, αριθμός σημαντικός, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου ανερχόταν  τότε στους  80.000 κατοίκους. Πολλοί από τους Κυπρίους αυτούς διακρίθηκαν  σε σημαντικές μάχες στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Στη Μάχη των Αθηνών φονεύθηκαν εκατόν πενήντα Κύπριοι και στη Δεύτερη Πολιορκία του Μεσολογγίου υπήρχε ειδικό σώμα Κυπρίων υπό τις διαταγές του  Χατζηπέτρου.  Στους διακριθέντες Κυπρίους συγκαταλέγονται ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς, αρχηγός ξένων εθελοντών, και ο αδελφός του Νικόλαος, Αρχιστράτηγος. Σε επιστολή γραμμένη από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Νικόλαος χαρακτηρίζεται ως «ένας των προθύμων και ειλικρινών συναγωνιστών κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα». Ταυτοχρόνως, η Κύπρος αγωνιζόταν και για τη δική της ενσωμάτωση στην ελληνική επικράτεια με όσα στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα είχε στη διάθεσή της. Από τον Απρίλιο του 1821 ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς επιχείρησε με επιστολές και προκηρύξεις  να  υποκινήσει  τους κατοίκους της νήσου  σε εξέγερση . Η προσπάθεια, ωστόσο, απέτυχε, καθώς μέρος του υλικού περιήλθε στα χέρια των Τούρκων. (Ο ίδιος διέφυγε και μετέβη στην Ελλάδα, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην Επανάσταση). Αργότερα, το 1824, Κύπριοι της Ευρώπης έπεισαν τον Μαυροβούνιο Στρατηγό Ντε Βιντς, παλαίμαχο των Ναπολεοντείων Πολέμων, να τεθεί επικεφαλής εκστρατείας στην Κύπρο. Αλλά ούτε και αυτό το εγχείρημα ευοδώθηκε. Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων Κυπρίων. Αυτός συμπεριέλαβε το νησί στις εθνικές διεκδικήσεις, όπως φαίνεται στην απάντησή του στον εκπρόσωπο του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Οκτώβριο του 1827 σε ερώτηση αναφορικά  με τα σύνορα που αξίωνε η ελληνική πλευρά: « Τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν  αιώνων  διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ο χρόνος ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί ούτε η δορυκτησία ουδέποτε ίσχυσαν  να παραγράψωσι, διεγράφησαν δε από του 1821 διά του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και εις τας πολυαρίθμους  ναυμαχίας τε και πεζομαχίας, εν αις εδοξάσθη το γενναίον τούτο Έθνος (…)». ( Για το απόσπασμα βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ΄, σελ. 497).

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

β. Κρητική Επανάσταση (1866-69) - Απελευθέρωση Θεσσαλίας (1880) - Αναζωπύρωση Κρητικού Ζητήματος (1896-'97) - Ατυχής Ελληνοτουρκικός πόλεμος (1897).


    Στην Κρητική επανάσταση των ετών 1866-69 συμμετείχαν πέντε, τουλάχιστον, Κύπριοι εθελοντές εκ των οποίων οι δύο σκοτώθηκαν. Εκ των διασωθέντων επιφανέστερος υπήρξε ο  Σώζων Αντωνίου Λοΐζου, πατέρας του Χριστόδουλου Σώζου, Δημάρχου Λεμεσού.
    Ο εθνικός ποιητής της Κύπρου, ο Βασίλης Μιχαηλίδης,  πολέμησε στην Μακρυνίτσα του Πηλίου  κατά την Επαναστατική αναταραχή της Θεσσαλίας το 1878. Με την ελληνική επιστράτευση του 1880 για την εφαρμογή των συμφωνηθέντων στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878) απεστάλησαν εκατόν πενήντα  εθελοντές, στη σημαία των οποίων ήταν κεντημένη η επιγραφή: «Ἡ Κύπρος τῇ μητρί Ἑλλάδι». Είχαν διεξαχθεί και έρανοι με τους οποίους αγοράστηκαν εκατόν επτά ημίονοι αξίας δύο χιλιάδων λιρών. Η Κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885-'86) συγκίνησε τον Κυπριακό Ελληνισμό. Λόγω της αναζωπύρωσης του Κρητικού Ζητήματος το 1896, τον Φεβρουάριο του 1897 συστάθηκε  η «Φοιτητική Φάλαγγα», που την αποτελούσαν  εκατόν δώδεκα άνδρες, μεταξύ των οποίων και οκτώ Κύπριοι φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στον Πλατανιά Χανίων. Τον Μάρτιο του 1897 πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο έρανοι υπέρ των Κρητών προσφύγων. Στη Θεσσαλία πάλι, στον ατυχή πόλεμο του 1897, η 3η Ταξιαρχία του Κωνσταντίνου Σμολένσκη, στην οποία συμμετείχαν και χίλιοι Κύπριοι εθελοντές, μεταξύ των οποίων μοναχοί και δόκιμοι της Ιεράς Μονής Κύκκου, χάρισε στους Έλληνες μία από τις λίγες  νίκες τους. Τραυματίστηκαν  δεκαεπτά και υπήρξαν τέσσερις νεκροί. 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ


γ. Μακεδονικός Αγώνας (1904-'08) - Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)

     Λόγω του δεκαετούς διχαστικού «Αρχιεπισκοπικού Ζητήματος»  (1900-1910) που χώρισε τους Έλληνες της Μεγαλονήσου σε «Κυρηναϊκούς»  και  «Κιτιακούς», υποστηρικτές των συνονόματων Μητροπολιτών Κυρηνείας  και Κιτίου, των Κυρίλλου Βασιλείου και Κυρίλλου Παπαδόπουλου, υπήρξε μικρή συμμετοχή Κυπρίων στον Μακεδονικό Αγώνα. Έλαβαν μέρος οκτώ Κύπριοι, με πιο γνωστούς τους Γεώργιο Αργυρίου Κυπραίο, Κώστα Λοϊζου Βραχίμη, Ευάγγελο Περιστιάνη κ.λπ. Αντιθέτως, οι Κύπριοι εθελοντές των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) ανέρχονταν σε 1500-1800, με πενήντα πέντε νεκρούς στην  Ήπειρο και  στη Μακεδονία.

 ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ  ΚΥΠΡΑΙΟΣ 
 Ακόμη και ανήλικοι ήλθαν από την Κύπρο (είναι χαρακτηριστικές  δύο περιπτώσεις παιδιών 15 και 16 ετών)! Ανάμεσα στους Κυπρίους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως ο Μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Β΄ Μυριανθεύς (ο οποίος τιμήθηκε με ανώτερα παράσημα για τη συμμετοχή του αυτή) και  ο δημοσιογράφος και βουλευτής της Λάρνακας Ευάγγελος Χατζηιωάννου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Χριστόδουλου Σώζου, Δημάρχου Λεμεσού, που έπεσε μαχόμενος στο Μπιζάνι στις 6 Δεκεμβρίου του 1912. Δέκα Κύπριοι έπεσαν εκεί. Ανάμεσα  στους   οκτακόσιους πενήντα, περίπου, εθελοντές υπήρξαν ο Νικόλαος Κλ. Λανίτης και ο μετέπειτα Στρατηγός  Ιωάννης Τσαγγαρίδης  από την κατεχόμενη σήμερα Λάπηθο, τόπο καταγωγής του γράφοντος. Ο Νικόλαος  Χριστοδούλου του Γεωργίου εκ Νέου Χωρίου Πάφου έφυγε από την Κύπρο σε ηλικία δεκαεπτά ετών και έλαβε μέρος  ως εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). « (…) Για τη δράση του στις πολεμικές επιχειρήσεις, που διεξήχθησαν στην Ήπειρο (Πεστά, Αετοράχη και Μπιζάνι) και στη Μακεδονία (Σαραντάπορο, Γιαννιτσά, Κιλκίς και Λαχανά) τού απονεμήθηκε σχετικό μετάλλιο (...)». Ο Βουλευτής Λάρνακας-Αμμοχώστου Ευάγγελος Χατζηιωάννου τραυματίστηκε σοβαρά στο ύψωμα του προφήτη Ηλία. Ο Μιχαήλ Στιβαρός εκ Πεδουλά  έλαβε μέρος στις μάχες Πεστών και Αετοράχης. Κατά τους επίσημους καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών της Ελλάδος φονεύθηκε στο Μπιζάνι στις 5 Δεκεμβρίου 1912, ενώ  σύμφωνα με άλλες πληροφορίες στις 16 Δεκεμβρίου 1912.  Ωστόσο, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, εθεωρείτο  αγνοούμενος  από τους συγγενείς του στην Κύπρο.
   Την αυθόρμητη και ανιδιοτελή προσφορά των Κυπρίων εθελοντών καταδεικνύει  και το εξής περιστατικό:  Όταν, χρόνια μετά, το 1962, το ελληνικό κράτος θέλησε να απονείμει  τιμητική σύνταξη σε επτακόσιους  παλαίμαχους των Βαλκανικών Πολέμων, εκείνοι  απάντησαν ως εξής  στον Έλληνα Πρέσβη: «Εμείς καταταγήκαμε ως εθελοντές πολεμιστές για να υπερασπιστούμε τα δίκαια της Μεγάλης Μάνας Ελλάδας. Δε θέλουμε καμιά ανταμοιβή». Η Μεγαλόνησος προσέφερε, επίσης,  16.000 λίρες, ποσό μεγάλο για την εποχή, που συγκεντρώθηκε με εράνους, καθώς και ιατρικό προσωπικό για τους τραυματίες πολέμου.
  Ο Κύπριος ιστορικός και Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο Πέτρος Παπαπολυβίου, συνέλεξε από τον Κυπριακό Τύπο της εποχής και από άλλες πηγές γράμματα,  που έστελλαν από το  πολεμικό μέτωπο  στη  Μεγαλόνησο  Κύπριοι πολεμιστές. Από τους πιο τακτικούς επιστολογράφους υπήρξε  ο Χριστόδουλος Σώζος. Αναχώρησε από την Κύπρο τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να προηγηθεί ενημέρωση της οικογένειάς του για τον σκοπό του ταξιδιού του. Συνταξιδιώτες του ήταν οι προαναφερθέντες, Μητροπολίτης Μεταξάκης και Χατζηιωάννου. Την επομένη της άφιξής τους στην Αθήνα, οι τρεις άνδρες επισκέφθηκαν τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αποδέχτηκε κατασυγκινημένος το αίτημά τους να σταλούν αμέσως στα πεδία των μαχών.
Έχοντας ήδη φύγει από το σπίτι του, ο Σώζος έγραψε στη γυναίκα του, εξηγώντας την απόφασή του:
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΣΩΖΟΣ
     «( ...) Ὅταν θά λάβῃς τήν παροῦσαν μου, θά εἶμαι μακράν σου καί μακράν τοῦ υἱοῦ μου διά τήν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Ἡμείς ἔχομεν καθήκοντα, τά ὁποῖα οὐδεμία δύναμις, οὐδέν φίλτρον πρέπει νά ἐμποδίσῃ ἀπό τοῦ νἀ ἐνασκῶνται. Ἄν εἴμεθα ἡγέται τῶν ὑποδούλων λαῶν, ὀφείλομεν διά τοῦ παραδείγματός μας καί τῆς θυσίας μας νά τούς παιδαγωγῶμεν, ὅπως καί ἐκεῖνοι γίνωσιν ἄνθρωποι συναισθανώμενοι τά καθήκοντά των. Μή κλαίε καί μή στενοχωροῦ, διότι ἐκεῖνος πού πηγαίνει εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος του δέν πρέπει νά πηγαίνῃ μέ τέτοιας σκέψεις, ὅτι ἀφήνει πίσω του τήν δυστυχίαν.
Ἡ σύζυγος ἑνός Σώζου δέν πρέπει νά συμπεριφερθῇ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ὡς ἡ σύζυγος ἑνός κοινοῦ ἀνθρώπου. Ἔπειτα ὀφείλεις νά ἔχῃς αὐτό ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι ἄν ἔμενα στήν Λεμεσόν ἀτιμασμένος στήν συνείδησίν μου, δέν θά ἔζων οὔτε ἐγώ, ἀλλ’ οὔτε σύ εὐτυχῆς, θά ἠσθανόμην πάντοτε ὅτι σύ ἦσο τό ἐμπόδιον καί θά σᾶς ἐμίσουν. Ἐνῷ τώρα φεύγω μέ λύπην πού σᾶς ἀφήνω, ἀλλά καί μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι θά ἐπανέλθω νά σᾶς εὕρω (…)».


       
Ας σημειωθεί εδώ ότι η ηρωική δράση και η θυσία  του ήταν σύμφωνες  με   την οικογενειακή του παράδοση: ο παππούς του υπήρξε  αγωνιστής του 1821 και ο πατέρας του είχε λάβει  μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869.
Το φιλότιμο παρουσιάζεται ως κύριο κίνητρο και στην επιστολή του 18χρονου Πέτρου Χατζηαργυρού, από την Πάφο, φοιτητή στην Αθήνα, ο οποίος φονεύθηκε  στην Αετορράχη Ηπείρου. Το γράμμα (13-10-1912) εστάλη στον αδελφό του, παρακαλώντας τον  να μην το αποκαλύψει  στους γονείς του, για να μην στενοχωρηθούν:
«(...) Δέν πιστεύω νά ἐκπλαγῆτε, ἐάν σᾶς γράψω ὅτι κατετάχθην εἰς τόν στρατόν ὡς ἐθελοντής. Δέν ἠδυνάμην ἀγαπητέ ἀδελφέ, νά πράξω ἀλλέως, διότι ἦτο αἶσχος δι’ ἐμέ νά κάθημαι ἐντός τῶν καφενείων  τῶν Ἀθηνῶν, καθ’ ἧν στιγμήν ὁλόκληρος ἡ ἀγαπητή πατρίς μας Ἑλλάς κινητοποιεῖται κατά τοῦ ἐχθροῦ τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος, καί καθ’ ἧν στιγμήν οἱ Κύπριοι κατετάσσοντο εἰς τόν στρατόν (...)».

 Οι επιστολές των εθελοντών προβάλλουν  τον ενθουσιασμό τους, χωρίς να αποσιωπάται η αναφορά στις αντίξοες συνθήκες:
« (…) Νά πολεμᾶς μέραις ὁλόκληραις κατά τῶν ἀπίστων χωρίς νά κλῇς μάτι, χωρίς νά τρῶς, χωρίς νά πίνῃς καί ὅμως νά θέλῃς αὐτήν τήν ζωή. Νά κοιμᾶσαι μηνάδες τώρα στό ὕπαιθρο μέσα σέ χιόνια, νά ἀκούῃς νά περνοῦν ἀπό πάνω σου σάν τήν βροχή οἱ σφαῖρες καί ὅμως νά μή μπορῇς νά κάνῃς δίχως της! Ἔ! ψυχή μου! αὐτή εἶναι ζωή».


δ. Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-'22)


      Κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία συγκροτήθηκε κατάλογος εθελοντών, στον οποίο ( μέχρι τον Ιούλιο του 1920) εγγράφηκαν δέκα χιλιάδες περίπου Κύπριοι. Παρά το γεγονός ότι οι βρετανικές αρχές απαγόρευσαν την έξοδό τους από το νησί, πολλοί κατόρθωσαν  να καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Δεκάδες Κύπριες έσπευσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως νοσοκόμες. Έχουν καταγραφεί τα ονόματα εκατόν σαράντα πέντε  εθελοντών, εκ των οποίων τριάντα φονεύθηκαν και είκοσι δύο τραυματίστηκαν. Ένας από τους Κύπριους πολεμιστές ήταν και ο Επίλαρχος Ιωάννης Τσαγγαρίδης, βετεράνος της  βαλκανικής εποποιίας και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έφτασε ως Διοικητής αποσπάσματος μέχρι τον Σαγγάριο.



 ε. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-'45)


ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ

    Είκοσι περίπου χρόνια μετά, Κύπριοι βροντοφώναξαν και αυτοί το δικό τους ΟΧΙ στον Ιταλό εισβολέα. Μόλις πληροφορήθηκαν ότι η Ελλάδα τελεί σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, τους κατέλαβαν ρίγη ενθουσιασμού. Ακολούθησε η έπαρση ελληνικών σημαιών, που ήταν απαγορευμένες από το 1931 λόγω της «Παλμεροκρατίας». Νέοι της Κύπρου κατέκλυσαν το Ελληνικό Προξενείο της Λευκωσίας και την Αρχιεπισκοπή, προκειμένου  να στρατευθούν. Έρανοι άρχισαν παντού. Ακόμη και οι φτωχότεροι συνέβαλαν με ό,τι τους είχε απομείνει. Μόνο με τις εισφορές της Κερύνειας  αγοράστηκε  ένα  αεροπλάνο.
ΛΟΥΚΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
    Υπολογίζεται ότι τρεις έως τέσσερις χιλιάδες άνδρες (μεταξύ των οποίων και Μουσουλμάνοι) τουΚυπριακού Συντάγματος»  μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Έως το τέλος του πολέμου τριάντα πέντε Κύπριοι αιχμάλωτοι των Ιταλών και των Γερμανών εκτελέστηκαν ή απεβίωσαν λόγω των κακουχιών. (Ας σημειωθεί εδώ, ότι άλλες τριάντα χιλιάδες Κυπρίων πολέμησαν σε διάφορα άλλα μέτωπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Ο ενθουσιασμός τους παρέμεινε αμείωτος σε όλες τις δύσκολες στιγμές του πολέμου. Γράφει, τον Φεβρουάριο του 1941, ο Κύπριος δημοσιογράφος Λουκής Ακρίτας:
«
«(...) Γράφω ἀπό τά ἀλβανικά βουνά, γιά νά στείλω τόν χαιρετισμόν καί τήν ἀγάπην μου. Εἶμαι κατενθουσιασμένος πού μαζί μέ τίς χιλιάδες νέων κάνω τό καθῆκον μου ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀτμόσφαιρα πού ζοῦμε καί κινούμεθα εἶναι ἀληθινά ἡρωική καί οἱ στιγμές αὐτές θά μοῦ εἶναι ἀξέχαστες γιατί μᾶς ἀναβαπτίζουν, μᾶς ξαναγεννοῦν. Ἡ ζωή τοῦ μετώπου, παρά τίς ταλαιπωρίες πού δέν τίς καταλαβαίνει κανείς, οὔτε κι ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτές, προσφέρει ἀφάνταστες συγκινήσεις. Σέ κάμνει μέσα στό μεθύσι τῆς μάχης νά ξεχνᾶς τά πάντα. Μονάχα ὕστερα ἀπό τήν ὥρα πού ἀρχίζει νά νυχτώνῃ ὅλοι μας θυμόμαστε τά σπίτια μας καί κουβεντιάζομε μαζί τους. Μία τέτοια ὥρα σᾶς φέρνω μέ τή σειρά ὅλους στή σκέψη μου καί εἷναι σάν νά μήν βρίσκωμαι μακρυά σας. Μέ πλημμυρίζει ἡ ὑπερηφάνεια ὅτι σάν Κύπριος κάνω αὐτή τήν στιγμή δύο φορές τό καθῆκον μου».
Οι Κύπριοι που ζούσαν στην Ελλάδα εκδήλωσαν την έντονη επιθυμία τους να σταλούν στο πολεμικό μέτωπο, πριν ακόμη από την έκρηξη του  ελληνοϊταλικού  πολέμου. Από τον Σεπτέμβριο του 1940  Κύπριοι φοιτητές παρουσιάστηκαν στην εδώ Αγγλική Πρεσβεία και κατέστησαν γνωστή  την πρόθεσή τους για κατάταξη  στον στρατό. Τον Νοέμβριο συστήθηκε στην Αθήνα ειδική κυπριακή επιτροπή για την αποστολή εθελοντών. Τον Δεκέμβριο ορκίστηκαν οι εκατόν νέοι του Ιερού Λόχου των εν Αθήναις Κυπρίων.  Τότε οι Κύπριοι φοιτητές έστελναν  στην πατρίδα τους γράμματα με τα οποία ανακοίνωναν την απόφασή τους για συμμετοχή τους στον πόλεμο. Σε ένα από αυτά σημειώνονται και τα εξής:
«(...) Μπροστά στόν μεγάλο ἀγῶνα πού κάνει τώρα ὁ Ἑλληνισμός νομίζω πώς κάθε ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μένῃ ἀδρανής, ἀλλά εἶναι περισσότερον ἀπό καθῆκον ἡ ἀνάγκη νά ἑνώσουν ὅλοι τίς δυνάμεις τους, γιά νά ὑπερασπίσουν τήν τιμήν καί τήν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος μας. Ἕτσι καί ἐγώ μαζί μέ ἄλλους Κυπρίους φοιτητάς καί ἐπιστήμονας κατετάχθημεν ἐθελονταί στόν Ἑλληνικόν Στρατόν καί τώρα γυμναζόμαστε, γιά νά μπορέσωμεν μετά δύο μῆνες καί μεῖς νά προσφέρουμε κάτι θετικόν στήν ἀγαπημένην πατρίδα. Πατέρα, μ’ όλο πού ἡ ἀπόφαση αὐτή εἶναι λιγάκι σκληρή γιά σένα, πού εἶσαι μακρυά, θέλω νά δικαιώσῃς τάς σκέψεις μου αὐτάς μέ τήν ἰδίαν τήν δικήν σου ἀγάπην στήν Ἑλλάδα μας. Στόν στρατόν περνῶ καλά καί εἶμαι πολύ ὑπερήφανος πού κάνω τό καθῆκον μου πρός τήν πατρίδα (...)».
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
   Τον Οκτώβριο του 1940,  ο Κωνσταντίνος Α. Γιαλλουρίδης, τριτοετής φοιτητής, αποφάσισε να  καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Το Πανεπιστήμιο είχε κλείσει κατά το 1940-1941. Με άλλους τριάντα πέντε  συμπατριώτες  του φοιτητές κατευθύνθηκε στο στρατόπεδο, στο Γουδί, για να ασκηθεί στρατιωτικά. Εκεί γνώρισε τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Γιώργο Θεοτοκά. Τον Δεκέμβριο του 1940 με πλοίο έφθασαν στην Πάτρα  και με νυκτερινή πορεία στα Ιωάννινα, όπου εντάχθηκαν στο 39ο Σύνταγμα Ευζώνων Μεσολογγίου. Οι Κύπριοι με επώνυμα  από το Α έως το  Λ κατετάγησαν στον 3ο Λόχο και από το Μ ως το Ω στον 11ο.  Από τα Ιωάννινα προχώρησαν βορειότερα, με στόχο την κατάληψη της Κλεισούρας, γεγονός που επετεύχθη στα τέλη του Ιανουαρίου 1941.
«Θυμάμαι στις αρχές Ιανουαρίου 1941 ένα βλήμα όλμου διαπέρασε τη σκηνή και πέρασε από την αριστερή μου πλευρά στον καρδιακό χώρο, όπου είχα ένα μικρό Ευαγγέλιο χοντρό, που μου δώρισε ο αείμνηστος αγωνιστής Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος, εξόριστος των Άγγλων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Β΄. Σε όλους τους συμπατριώτες συμφοιτητές μου, έδωκε ανά ένα Ευαγγέλιο μετά την ορκωμοσία μας στο στρατόπεδο στο Γουδί μαζί με την πιο κάτω επιστολή, ιστορικό έγγραφο που την υπέγραψε. Αυτό το Ευαγγέλιο το τρύπησε το βλήμα, που, αφού,  πέρασε και από τα άλλα ρούχα που φορούσα, άγγιξε στον καρδιακό χώρο και με μάτωσε. Όλοι οι Κύπριοι συμπολίτες μου που ήταν στη σκηνή σταυροκοπήθηκαν και απέδωσαν στη Θεοτόκο Μαρία το θαύμα που έγινε (…)».

    Μαζί με τους Λιάσο Λιασίδη, Σωκράτη Λοϊζίδη και Ροδίωνα Γεωργιάδη κατευθύνθηκε στα Ιωάννινα, όπου όλοι  συνελήφθησαν από τους Γερμανούς. Την τέταρτη ημέρα, ω του θαύματος, απολύθηκαν(!), διότι ο Χίτλερ ενθουσιάστηκε από τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών. Οι τέσσερις Κύπριοι, μετά από πορεία εκατόν, περίπου χιλιομέτρων έφτασαν στη Γραβιά και από εκεί σιδηροδρομικώς στην Αθήνα περί τα τέλη Απριλίου 1941. Ο ίδιος είχε κρυοπαγήματα τρίτου  βαθμού και εισήχθη  στον « Ευαγγελισμό», για να υποβληθεί σε θεραπεία.
     Μετά τη γερμανική  εισβολή, οι Κύπριοι στρατιώτες συνέχισαν την αντίσταση στις ελεύθερες ακόμη περιοχές. Όσοι δεν αιχμαλωτίστηκαν, πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης και στην Αίγυπτο, ή παρέμειναν στην Ελλάδα,  λαμβάνοντας  μέρος στην Εθνική  Αντίσταση. Η Κύπρος κατέστη  το ίδιο διάστημα  καταφύγιο χιλιάδων Ελλαδιτών προσφύγων και Άγγλων στρατιωτών.
    Πολλές  κυπριακές οικογένειες -από γενιά σε γενιά- μετείχαν   στους αγώνες του Ελληνισμού. Χαρακτηριστικές  είναι οι  περιπτώσεις  των  οικογενειών  Σώζου και Γεωργιάδη.  Ο πατέρας του Ροδίωνος , ο Προκόπης, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους (παρατέθηκε  ανωτέρω επιστολή του από το μέτωπο). Τιμήθηκε μάλιστα με τον βαθμό του Λοχία, διότι  κατά τη διάρκεια της νυκτερινής σκοπιάς του προειδοποίησε έγκαιρα για εχθρική προσέγγιση. Όταν του απονεμήθηκε δημοσίως ο τίτλος, ο αξιωματικός επισήμανε ιδιαίτερα «ὅτι οἱ Κύπριοι ἐκπληροῦσι πιστά τά καθήκοντά των».
    Ο Προκόπης Γεωργιάδης πολέμησε ως εθελοντής και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση (από το 1943 ζούσε με την οικογένειά του στην Αθήνα). Δυστυχώς, ο θάνατος υπήρξε οικτρός. Τραυματίστηκε από σφαίρα στα Δεκεμβριανά και πέθανε στις αρχές του 1945 από γάγγραινα, αφού κατ΄ αρχήν υπέστη ακρωτηριασμό  στο πόδι του.
     Οι δύο γιοί του είχαν, επίσης, τραγικό τέλος. Ο Ροδίων, αμέσως μόλις περάτωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, πολέμησε εθελοντικά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και εν συνεχεία έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Συνελήφθη, όμως, από τους Γερμανούς, κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας και κατόπιν του Βρανδεμβούργου, όπου και θανατώθηκε ή πέθανε τον Οκτώβριο του 1944 σε ηλικία 27 ετών. Το ίδιο τέλος είχε και ο μικρότερος αδελφός του Μιλτιάδης, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η αδελφή τους, Ευανθία, επέδειξε, επίσης, πατριωτισμό και αντιστασιακή δράση. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έσωσε από τα χέρια των Γερμανών πάνω από εξήντα  Άγγλους στρατιώτες, πράξη για την οποία  την παρασημοφόρησε  η Μεγάλη Βρετανία. Οι τραγικές στιγμές του Ελληνισμού συνόδευσαν την οικογένεια ακόμη και μετά θάνατον. Η χαροκαμένη μητέρα,  η Θέκλα, απεβίωσε  στην Κύπρο και ετάφη στην πατρίδα της, την Κερύνεια. Το 1974, όμως, οι Τούρκοι εισβολείς δεν σεβάστηκαν  τον τάφο της, όπως και όλο το κοιμητήριο.



 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

       Μετά το 1945, οι Άγγλοι αποικιοκράτες δεν εκπλήρωσαν την υπόσχεσή τους  για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1950, η συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού τάχθηκε υπέρ της Ένωσης. Ακολούθησε το 1955-1959 η Κυπριακή Εποποιία της Ε.Ο.Κ.Α.  με στόχο την Αυτοδιάθεση-Ένωση. Το αποτέλεσμα διέψευσε τις προσδοκίες, γιατί το νησί  ετέθη  σε καθεστώς δεσμευμένης Ανεξαρτησίας  υπό την τριμερή εγγύηση της Ελλάδος, της Βρετανίας και της –παγίως αναθεωρητικής και επεκτατικής– Τουρκίας. Τα λάθη και οι παραλείψεις της ελλαδικής και κυπριακής πολιτικής ηγεσίας,  με αποκορύφωμα το άφρον Πραξικόπημα της Χούντας κατά του Προέδρου Μακαρίου  στις 15 Ιουλίου 1974, η αρχή του «Διαίρει καί Βασίλευε» των Άγγλων και τα συμφέροντα των Αμερικανών στην Ανατολική Μεσόγειο οδήγησαν στην  Τουρκική Εισβολή  του  «Αττίλα»  στην Κύπρο  το 1974 και τη συνεχιζόμενη Κατοχή  με χιλιάδες πρόσφυγες και Αγνοουμένους.




      Έκτοτε,  κορυφαίες στιγμές αποτέλεσαν η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν και η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2004). Σήμερα, ο Ελληνισμός διέρχεται μία πρωτοφανή κρίση και παρακμή. Τα εθνικά θέματα περιθωριοποιούνται από την πλειονότητα των ΜΜΕ, ενώ μέρος των πνευματικών και πολιτικών μας ταγών  δεν συνειδητοποιεί ή θέλει να αγνοεί ότι η σχέση της Κύπρου με την Ελλάδα είναι αλληλένδετη. Τυχόν απώλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας θα σημάνει αυτομάτως  και συρρίκνωση στο Αιγαίο και στη Δυτική Θράκη με ό,τι αυτή συνεπάγεται και τούμπαλιν. Είναι χαρακτηριστική, εν προκειμένω, η άποψη του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων τον  Μάρτιο του  1987:
Επιβάλλεται, λοιπόν, ως λαός και ηγεσία να αφυπνιστούμε. Η Τουρκία έχει αποδείξει πολλές φορές  στο παρελθόν ότι  εύκολα μπορεί να θυσιάσει τη λεγόμενη  «Ελληνοτουρκική Φιλία» προς όφελος των συμφερόντων της.


 Ενδεικτική βιβλιογραφία

α.  Για το πρώτο μέρος ( Αρχαίοι Χρόνοι έως το 1821).
Ιστορία της Κύπρου - Cyprus Highlights ( Από το Διαδίκτυο).
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, στα Ευρετήρια των τόμων (λήμμα Κύπρος) : Α΄, σελ. 393, Β΄, σελ. 523, Γ΄, σελ.591,  Δ΄, σελ. 534, Ε΄, σελ. 495, Στ΄, σελ. 638,  Ζ΄, σελ. 487, Η΄, σελ. 378,  Θ΄, σελ. 478, Ι΄, σελ. 481 και  ΙΑ΄, σελ. 467.
Κύπρος . Αγώνες Ελευθερίας στην Ελληνική Ιστορία,  Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2010,  σελ.11-188 .
• «Σύντομη  Ιστορική Αναδρομή», στο Περί Κύπρου,  Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Κυπριακή Δημοκρατία, 2009, σελ.42-48. Βλ. και:: Περί Κύπρου, στο www.aboutcyprus.org.cy/gr‎.

β.  Για το δεύτερο μέρος ( Από το 1821 έως το 1945).
Γιαλλουρίδης Α. Κωνσταντίνος, Το Οδοιπορικό μιας ζωής, 2003, Λευκωσία . Βλ. και Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης, Κωνσταντίνος Α. Γιαλλουρίδης (21 Μαΐου 1918 - 9 Μαρτίου 2004): το πρότυπο του τιμίου εθνικού Αγωνιστή και  του Καθηγητή  που δίδασκε με το έργο  του, στο ιστολόγιο: ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ.
www.istoria.gr: Μαρία Μουζάκη, Κύπρος – Αγωνιστές.
Επί Ανάσσης Βικτωρίας. Εισαγωγή- Επιμέλεια: Κυριάκος Δημητρίου, εκδόσεις Μεσόγειος, 2009, σελ.12-13: Πρόκειται για κείμενα που «πρωτοδημοσιεύτηκαν σε έγκριτα βικτωριανά περιοδικά μεταξύ του 1878 και 1891». Περιγράφεται (ενδεικτικά) η κατάσταση  που επικρατούσε στην Κύπρο επί οθωμανικής κατοχής  ως εξής:
« (…)  Στην κοινωνική εξαθλίωση των αναλφάβητων μαζών, που συνήθως αποδίδεται από τους περιηγητές στη μακρόχρονη οικονομική και διοικητική κακοδιαχείριση των Οθωμανών, έρχεται να προστεθεί η φοβερή εξάπλωση λοιμώξεων, όπως η μαλάρια, ο τυφοειδής πυρετός και η λέπρα. Οι χωρικοί ζουν σε πρωτόγονους πλινθόκτιστους οικισμούς, απομονωμένοι, χωρίς τις στοιχειώδεις  ανέσεις που ανέδειξε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός- όπως συγκοινωνιακά μέσα, σιδηροδρομικές γραμμές, αρδευτικά κανάλια και υδραγωγεία, ηλεκτρισμό, τηλέγραφο (…)».
Ιακωβίδης  Χρ.  Ιωάννης, Η συμμετοχή της Κύπρου στους εθνικούς αγώνες  του Νεότερου Ελληνισμού  (1821-1945),  στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα, Διευθυντής: Λάμπρος Καλαρρύτης,  21\03\-27\03\2013, τεύχος 179ο,  σελ. 94-95.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, στα Ευρετήρια των τόμων (λήμμα Κύπρος): ΙΒ΄, σελ. 629,  ΙΓ΄, σελ. 556,  ΙΔ΄, σελ. 449, ΙΕ΄, σελ. 528 και ΙΣΤ΄, σελ. 600.
Καλαμαράς  Κ. Βασίλης: στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα, Διευθυντής Λάμπρος  Καλαρρύτης, στις  ΒΙΒΛΙΟΤΑΣΕΙΣ, μας παρουσιάζει βιβλία για την Κύπρο και το  Κυπριακό στα τεύχη: 182ο, 11\04-17\04\2013, σελ. 108-109, 183ο, 18\04-24\04\2013, σελ. 106-107, 184ο, 25\04\-01\05 2013, σελ. 106-107 και 185ο, 02\05-08\05\2013, σελ. 106-107.
Κοκκινόφτας  Κωστής και  Παπαπολυβίου  Πέτρος,  στο: Κύπρος . Αγώνες Ελευθερίας στην Ελληνική Ιστορία, ΕΚΠΑ, 2010,  σελ. 189-204 και 205- 229.
Κύπρος. Νησί του πάθους και των μαρτυρίων. Επιλογή κειμένων: Θανάσης Θ. Νιάρχος, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2013.
 • Μπατσικανής Νίκος, Η προσφορά της Κύπρου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βεργίνα, 2011 .
Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Η Κύπρος εις τον αγώνα του 1821, Έκδοση  Ενώσεως Κυπρίων Ελλάδος, 1971.
Χριστοδούλου Νίκος, «Πολεμώντας για την Ελλάδα», στο: Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης, Η παρουσία των Κυπρίων στην Ελλάδα (κυρίως από το 1950 μέχρι σήμερα), Πρόλογος: Γεράσιμος Καραμπελιάς, εκδόσεις Παπαζήση, 2012 , σελ. 323-325.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ





Εξαθλίωση, που υφίστανται οι ορθόδοξες εκκλησίες στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, μετά την τουρκική εισβολή, αποκαλύπτει ο Δανός συγγραφέας και φωτογράφος, Χένρικ Κλάουσεν, σε βιβλίο του, που παρουσιάζει σε ρεπορτάζ η εφημερίδα «Αλήθεια».
Σύμφωνα με τον Δανό συγγραφέα, η κατάσταση των εκκλησιών στα κατεχόμενα «μόνο θλίψη μπορεί να μας φέρει. Κατεστραμμένες εκκλησίες, κατεστραμμένα κοιμητήρια, εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τζαμιά, είναι η σημερινή κατάσταση στο κατεχόμενο βόρειο μέρος της Κύπρου».
Στο βιβλίο αναφέρεται πως μετά την Εισβολή των Τούρκων το 1974, ήρθαν στην κατοχή τους περίπου 500 εκκλησίες ή άλλα χριστιανικά μνημεία, πολλά εκ των οποίων μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας. Επιπλέον σημειώνει πως μετά την εισβολή, δεν υπήρχε για πολλά χρόνια πρόσβαση στις εκκλησίες στα κατεχόμενα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τη σημερινή τους κατάσταση, καθώς δεν μπορούσαν να γίνουν εργασίες συντήρησής τους ή να προστατευθούν από λεηλασίες και κλοπές. Τονίζεται πως αυτά τα προβλήματα είναι τεκμηριωμένα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλα διεθνή Ινστιτούτα, «αλλά η Διεθνής κοινότητα έκανε μικρή προσπάθεια για να καταστήσει την Τουρκία υπεύθυνη για τα προβλήματα αυτά».

https://www.google.gr/search?q=%CE%9A%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82:+%CE%9F%CE%B9+%CE%A4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CE%B9+%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BD+%CF%84%CE%B9%CF%82+%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B1+%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%87%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1&client=firefox-b&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=0ahUKEwiX4_Po5fvPAhXJsxQKHQR1BbEQ_AUICigD&biw=1680&bih=872#imgrc=3h0ueUv9Q0n50M%3A

    Στο βιβλίο, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Χαράλαμπου Δημητρίου, επιχειρείται σύγκριση για το πώς διατηρούνται στις ελεύθερες περιοχές τα τζαμιά.
Αναφέρει ο συγγραφέας:
«Μετά που είδαμε πώς αντιμετωπίζονται οι εκκλησίες στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, κάποιος θα αναρωτηθεί δικαίως, αν οι Κύπριοι, στο ελεύθερο τμήμα του νησιού, συμπεριφέρονται στα τζαμιά με ανάλογο τρόπο, δηλαδή αφήνοντάς τα να αποσυντεθούν, προχωρώντας σε βανδαλισμούς ή κλοπές. Η απάντηση είναι «όχι». Υπάρχουν 17 αρχαία τζαμιά στο νότιο τμήμα της Κύπρου, τα οποία είναι όλα προστατευόμενα από την κυβέρνηση και συντηρούνται από το κράτος. Έντεκα από αυτά αρχικά κτίστηκαν ως εκκλησίες και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε τζαμιά, κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Η κυβέρνηση της Κύπρου δεν έχει μετατρέψει τα τζαμιά ξανά σε εκκλησίες και διευκολύνει ενεργά τη χρήση τους από τους μουσουλμάνους».
Σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, αναφέρεται στις κλοπές από τις εκκλησίες στα κατεχόμενα. Όπως επισημαίνεται, εκτιμάται πως έχουν κλαπεί από 15 έως 20 χιλιάδες εικόνες, χιλιάδες βιβλία, καθώς τοιχογραφίες και ψηφιδωτά. Ο Χένρικ Κλάουσεν αναφέρει πως υψηλά ιστάμενοι Τούρκοι αξιωματούχοι (σσ. όχι Τουρκοκύπριοι), όχι μόνο έδειξαν ανοχή σε αυτές τις κλοπές, αλλά τις ενθάρρυναν ανοιχτά με σκοπό να «διώξουν» τη χριστιανική τέχνη από το κατεχόμενο μέρος του νησιού. Αυτά που έχουν κλαπεί, έχουν πωληθεί στη μαύρη αγορά και για τον λόγο αυτό, σημειώνει, οι τιμές της ελληνικής / βυζαντινής τέχνης σε γενικές γραμμές έχουν κατρακυλήσει αισθητά.Στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του ο Χένρικ Κλάουσεν γράφει: «Η Κύπρος δεν είναι απλά ένα νησί στη Μεσόγειο με ευχάριστο κλίμα, όμορφες παραλίες και συναρπαστικές εκκλησίες. Το νησί περιλαμβάνει, επίσης, μία από τις πιο περίπλοκες και ανεπίλυτες συγκρούσεις στην Ευρώπη. Είναι ένα πεδίο έντασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και έχει ζήσει μερικές από τις χειρότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία.»

   Αυτό το βιβλίο περιγράφει την Ιστορία της Κύπρου, δίνοντας έμφαση στην μεταπολεμική εποχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως και την Τουρκική εισβολή. Πολλές από τις φωτογραφίες τεκμηριώνουν την έντονη αντίθεση μεταξύ του χριστιανικού νότου και του πολιτισμικά λεηλατημένου βόρειου μέρους, όπου 500 εκκλησίες είναι άδειες και εγκαταλελειμμένες, οι περισσότερες εκ των οποίων σε φάση αποσύνθεσης.
    Το βιβλίο παρέχει, επίσης, μία επισκόπηση των προβλημάτων από τη σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου. Εκτός από τις εκτενείς φωτογραφικές αποδείξεις, παραθέτει επίσης μία ευρεία επιλογή από πρωτότυπες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της μυστικής έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης από το 1976, σχετικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
e-typos